Εικόνες σελίδας
PDF
Ηλεκτρ. έκδοση

(2) Σκληροτράχηλοι και απερίτμητοι τη καρδία και τους ώσίν, υμείς αεί τω πνεύματι τω αγίω αντιπίπτετε, καθώς οι πατέρες υμών και υμείς. τίνα των προφητων ουκ εδίωξαν οι πατέρες υμών, και απέκτειναν τους προκαταγγείλαντας περί της ελεύσεως του δικαίου ου νυν υμείς προδόται και φονείς έγένεσθε, οίτινες ελάβετε τον νόμον εις διαταγές αγγέλων, και ουκ εφυλάξατε.

Quote the other passages in St Luke's writings where our Lord is spoken of as ó dikalos. What grounds are there for believing this to have been a title of the expected Messiah? Explain εις διαταγές αγγέλων, and illustrate the different usages of διαταγή in the New Testament. (3) Beginning, Αναχθέντες δε από της Τρωάδος, κ.τ.λ.

Ending, τούτο δε επoίει επί πολλές ημέρας. Write notes upon the several points requiring explanation or illustration in this passage. 6. Translate and explain fully:

(1) "Οτε γαρ ημεν εν τη σαρκί, τα παθήματα των αμαρτιών τα δια του νόμου ενηργείτο εν τοίς μέλεσιν ημών εις το καρποφορήσαι το θανάτω" νυνί δε κατηργήθημεν από του νόμου αποθανόντες εν ω κατειχομεθα, ώστε δουλεύειν ημάς εν καινότητα πνεύματος και ου παλαιότητα γράμματος.

What different reading in this passage is rendered in our authorised version ? Quote a passage from the Second Epistle to the Corinthians which confirms the reading given above.

(2) Ει δε ζητούντες δικαιωθήναι εν Χριστώ ευρέθημεν και αυτοί αμαρτωλοί, άρα Χριστός αμαρτίας διάκονος και μη γένοιτο. ει γαρ ά κατέλυσα ταύτα πάλιν οικοδομώ, παραβάτην εμαυτόν συνιστάνω. εγω γαρ δια νόμου νόμω απέθανον ίνα θεώ ζήσω. Χριστώ συνεσταύρωμαι· ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός· δ δέ νυν ζω εν σαρκί, εν πίστει ζω τη του υιού του θεού του αγαπήσαντός με και παραδόντος εαυτόν υπέρ εμού. ουκ αθετω την χάριν του θεού· ει γαρ δια νόμου δικαιοσύνη, άρα Χριστός δωρεαν απέθανεν.

(3) Ταύτα σου γράφω ελπίζων ελθείν πρός σε τάχιον· έαν δε βραδύνω, ίνα είδης πως δεί εν οίκω θεού αναστρέφεσθαι, ήτις έστιν εκκλησία θεού ζώντος, στύλος και εδραίωμα της αληθείας. και ομολογουμένως μέγα εστίν το της ευσεβείας μυστήριον, δς εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν πνεύματι, ώφθη αγγέλοις, εκηρύχθη εν έθνεσιν, έπιστεύθη εν κόσμω, άνελήμφθη εν δόξη. Το δε πνεύμα ρητώς λέγει ότι έν υστέροις καιρούς αποστήσονταί τινες της πίστεως, προσέχοντες πνεύμασιν πλάνοις και διδασκαλίαις δαιμονίων, έν υποκρίσει ψευδολόγων, κεκαυτηριασμένων την ιδίαν συνείδησιν, κωλυόντων γαμείν, απέχεσθαι βρωμάτων, άο θεός έκτι. σεν εις μετάλημψιν μετα ευχαριστίας τους πιστούς και επεγνωκόσιν την αλήθειαν. ότι πάν κτίσμα θεού καλόν, και ουδέν απόβλητον μετα ευχαριστίας λαμβανόμενον' αγιάζεται γαρ δια λόγου θεού και εντεύξεως.

7. (1) Και τούτω συμφωνούσιν οι λόγοι των προφητων, καθώς γέγραπται Μετα ταυτα αναστρέψω και ανοικοδομήσω την σκηνήν Δαυίδ την πεπτωκυίαν και τα κατεσκαμμένα αυτής ανοικοδομήσω και ανορθώσω αυτήν, όπως αν εκζητήσωσιν οι κατάλοιποι των ανθρώπων τον κύριον, και πάντα τα έθνη εφ' ους επικέκληται το όνομά μου επ' αυτούς, λέγει κύριος ο ποιων ταύτα γνωστά απ' αιώνος.

(2) “Ο δε δίκαιός μου εκ πίστεως ζήσεται, και εαν υποστείληται, ουκ ευδοκεί η ψυχή μου εν αυτω.

Where do these quotations occur in the New Testament, and how are they connected with the context? In what points do they vary from the original, and when and with what immediate reference were the prophecies originally delivered ?

8. (1) How are the following words used by the New Testament writers?

αντιλαμβάνεσθαι-δικαιοσύνη-επίσκοπος-επιχορηγία-έριθείαευδοκέω-μεθοδεία-παραδιατριβή-πληροφορέω-στενοχωρέομαι.

(2) Give the original of the following phrases, and explain the meaning in each instance:

Almost thou persuadest me to be a Christian-For love is the fulfilling of the law-Unless ye have believed in vain-By the foolishness of preaching to save them that believeAnd above all things have fervent charity amongst yourselves; for charity shall cover the multitude of sins,

Crosse Scholarships.

November, 1855.

Examiners :

PROF. JEREMIE, D.D. Trinity College.
PROF. SELWYN, B.D. St John's College.
PROF. BROWNE, M.A. Emmanuel College.
PROF. JARRETT, M.A. St Catharine's College.
PROF. THOMPSON, M.A. Trinity College.
PROF. WILLIAMS, B.D. Emmanuel College.

1. Shew clearly the connexion between Natural and Revealed Religion, and the deficiencies of the former, in affording assurance on the points which are most important to mankind.

2. “Judæi mente sola, unumque Deum intelligunt.” (Tac. Hist. v.) What Greek Philosopher approached nearest to this doctrine? How is his opinion noticed in Cicero, De Natura Deorum ?

3. Answer the following question:

Εί το θείον τροπής ανεπίδεκτον, δια τί περί της χρίσεως του Σαούλ λέγει μεταμελείσθαι και περί της καταστροφής της Νινευί ότι μετε. νόησεν;

4. Translate:

Xρή μέν τοι γε τον άπαξ παραδεξάμενος του κτίσαντος τον κόσμον είναι ταύτας τας γραφάς πεπείσθαι, ότι όσα περί της κτίσεως απαντά τοίς ζητούσει τον περί αυτής λόγον, ταύτα και περί των γραφών.

(ORIGEN, Philocal.) Shew that the analogy of nature renders it highly credible beforehand, that supposing a Revelation to be made, it must contain many things appearing to us liable to difficulty and objection.

5. Mention the chief ancient Treatises on Heresies in general. State the principal sources to which the Gnostic systems have been traced. Shew how an acquaintance with early heresies may be of use in the Unitarian controversy.

6. Το whom has the Book of Wisdom been ascribed ? What appears to be the date of its composition ? From what passages is it inferred that the author had blended the doctrines of Plato with those of the Jews ?

7. What does St Paul mean by ψυχικός ? How is the word rendered in the English version, in the First Epistle to the Corinthians and in other parts of the New Testament? Translate and explain:

Ψυχικός δε άνθρωπος ου δέχεται τα του Πνεύματος του θεού. μωρία γαρ αυτώ έστι, και ου δύναται γνώναι, ότι πνευματικώς ανακρίνεται. Ο δε πνευματικός ανακρίνει μεν πάντα, αυτός δε υπ' ουδενός ανακρίνεται. Τίς γαρ έγνω νούν Κυρίου, δς συμβιβάσει αυτόν και Ημείς δε νούν Χριστου έχομεν. (1 Cor. ii. 14.)

8. Προεφήτευσε δε και τούτοις έβδομος από Αδαμ 'Ενωχ, λέγων· Ιδού, ήλθε Κύριος εν μυριάσιν αγίαις αυτού, ποιήσαι κρίσιν κατά πάντων, και εξελέγξαι πάντας τους ασεβείς αυτών περί πάντων των έργων ασεβείας αυτων ων ησέβησαν, και περί πάντων των σκληρών ων ελάλησαν κατ' αυτού αμαρτωλοί ασεβείς.

From what part of the New Testament is this taken? How was the Apocryphal book of Enoch discovered in modern times? Does it contain any passages which enable us to determine the period when it first appeared? Is the above quotation found in it ?

9. Translate :

Και από του ενενηκοστού πέμπτου Ψαλμού των δια Δαβίδ λεχθέντων λόγων λέξεις βραχείας αφείλοντο ταύτας, '

Από του ξύλου ειρημένου γαρ του λόγου, Είπατε εν τοις έθνεσιν, Ο Κύριος εβασίλευσεν από του ξύλου, αφήκαν, Είπατε εν τοις έθνεσιν, ο Κύριος εβασίλευσεν.

(Justin MART. Dialog. cum Tryph. c. lxxiii.) Are the words quoted by Justin to be found in any copy of the original or in any version ? What other passages does he accuse the Jews of having erased? Does it appear that there was any ground for the accusation? Is Justin generally exact in his quotations from the Old Testament?

10. Translate :

"Ώσπερ γαρ ο Πατήρ έχει ζωήν εν εαυτώ, ούτως έδωκε και το Υιω ζωήν έχειν εν εαυτώ και πάλιν, Οι ακούσαντες της φωνής του Υιού του θεού ζήσονται και ενταύθα δή πάλιν, "Εδωκεν αυτώ εξουσίας και κρίσιν ποιείν......"Ότι Υιός 'Ανθρώπου εστί, μη θαυμάζετε τούτο. Παύλος μέν ο Σαμοσατεύς ουχ ούτω φησίν αλλά πώς; Έξουσίαν έδωκεν αυτώ κρίσιν ποιείν, ότι Υιός 'Ανθρώπου εστίν· αλλ' ουδεμίαν ακολουθίαν έχει τούτο ούτω λεγόμενον· ου γαρ δια τούτο έλαβε κρίσιν, ότι άνθρωπός έστιν (επεί, τί έκώλυε πάντας ανθρώπους είναι κριτάς ;) αλλ' επειδή της άρρήτου ουσίας εκείνης εστίν Υιός, δια τούτο εστι κριτής. Ούτω τοίνυν αναγνωστέον, "Οτι Υιός '

Ανθρώπου εστί, μη θαυμάζετε τούτο.

(Chrys. in Joann. Hom. XXXIX.) Examine this interpretation. Give a short account of Paul of Samosata. From what source is our knowledge of his history drawn? In what did his main errors consist ?

TRANSLATE into LATIN PROSE :

If man's contrivance, or if the favour of accident, could have given to Christianity any of its apparent testimonies; either its miracles or its prophecies, its morals or its propagation, or, if I may so speak, its Founder, there could be no room to believe, nor even to imagine, that all these appearances of great credibility could be united together by any such causes. If a successful craft could have contrived its public miracles, or so much as the pretence of them, it required another reach of craft and new resources to provide and adapt its prophecies to the same object. Further, it demanded not only a different art, but a totally opposite character, to conceive and promulgate its admirable morals. Again, the achievement of its propagation, in defiance of the powers and terrors of the world, implied a new energy of personal genius, and other qualities of action, than any concurring in the work before. Lastly, the mode of the life of its Founder, in the very description of it, is a work of so much originality and wisdom, as could be the offspring only of consummate powers of invention; though, to speak more fairly to the case, it seems, by an intuitive evidence, as if it could never have been even devised, but must have come from the life and reality of some perfect excellence of virtue, impossible to be taken from, or confounded with, the fictions of ingenuity. But the hypothesis sinks under its incredibility. For each of these suppositions of contrivance being arbitrary, as it certainly is, and unsupported, the climax of them is an extravagance. And if the imbecility of art is foiled in the hypothesis, the combinations of accident are too vain to be thought of. The genuine state of the Christian evidence is this: there is unambiguous testimony to its works of miraculous power; there are oracles of prophecy; there are other distinct marks and signs of a divine original within it. And no stock but that of truth could in one subject produce them all, or can now account for their existence.

Davison, On Prophecy.

1. Mention some of the circumstances in the condition and controversies of the Early Church, which specially favoured the growth of the authority of the See of Rome. On what grounds does the tradition, that St Peter was Bishop of Rome, rest?

« ΠροηγούμενηΣυνέχεια »