Εικόνες σελίδας
PDF
Ηλεκτρ. έκδοση

ημετέρα πόλις ούτωσφόδραήμάς ηρού, και ώμολόγεις καθ' ημάς πολιτεύεσθαι τά τε άλλα και παίδας εν αυτή εποιήσω, ως άρεσκούσης σοι της πόλεως· έτι τοίνυν εν αυτή τη δίκη εξήν σου φυγής τιμήσασθαι ει εβούλου, και όπερ νυν ακούσης της πόλεως επιχειρείς, τότε εκούσης ποιήσαι. συ δε τότε μεν έκαλλωπίζου ως ουκ αγανακτών, εί δέοι τεθνάναι σε, άλλ' ήρου, ως έφησθα, προ της φυγής θάνατον νύν δε ούτ' εκείνους τους λόγους αισχύνει, ούτε ημών των νόμων εντρέπει, επιχειρών διαφθείραι, πράττεις τε άπερ αν δούλος φαυλότατος πράξειεν, αποδιδράσκειν επιχειρών παρά τας ξυνθήκας τε και τάς ομολογίας, καθ' ας ημίν ξυνέθου πολιτεύεσθαι. πρώτον μεν ούν ημίν τούτ' αυτό απόκριναι, ει αληθή λέγομεν, φάσκοντές σε ώμολογηκέναι πολιτεύεσθαι καθ' ημάς έργω, αλλ' ου λόγω, ή ουκ αληθή. Τί φώμεν προς ταύτα, ώ Κρίτων; άλλο τι η ομολογώμεν; ΚΡ. 'Ανάγκη, ώ Σώκρατες. ΣΩ. "Αλλο τι ούν αν φαϊενε ή ξυνθήκας τας προς ημάς αυτούς και ομολογίας παραβαίνεις, ουχ υπ' ανάγκης ομολογήσας, ουδε απατηθείς, ουδε εν ολίγο χρόνο αναγκασθείς βουλεύσασθαι, αλλ' εν έτεσιν εβδομήκοντα, εν οίς εξην σοι απιέναι, ει μη ήρέσκομεν ημείς μηδε δίκαιαι εφαίνοντό σοι αι ομολογίαι είναι. συ δε ούτε Λακεδαίμονα προηρού ούτε Κρήτην, ας δή εκάστοτε φώς ευνομείσθαι, ούτε άλλην ουδεμίαν των Ελληνίδων πόλεων, ουδε των βαρβαρικών, αλλ' ελάττω εξ αυτής απεδήμησας ή οι χωλοί τε και τυφλοί και οι άλλοι ανάπηροι ούτω σοι διαφερόντως των άλλων Αθηναίων ήρεσκεν η πόλις τε και ημείς οι νόμοι δήλον ότι: 1 τίνι γάρ αν πόλις αρέσκοι άνευ νόμων; νύν δε δή ούκ έμμενείς τους ώμολογημένοις ; εάν ημίν γε πείθη, ώ Σώκρατες» και ου καταγέλαστός γε έσει εκ της πόλεως έξελθών.

m

[ocr errors]

XV. Σκόπει γάρ δή, ταύτα παραβάς και εξαμαρτών τι τούτων τί αγαθόν εργάσει σαυτόν, ή τους επιτηδείους τους σαυτού ότι μέν γάρ κινδυνεύσουσί γέ σου οι επιτήδειοι και αυτοι φεύγειν και στερηθήναι της πόλεως, ή την ουσίαν απολέσαι, σχεδόν τι δήλον: αυτός δε πρώτον μεν εάν είς των εγγύτατά τινα πόλεων έλθης, η Θήβαζε η Μεγαράδε, - ευνομούνται γάρ αμφότεραι -πολέμιος ήξεις, ώ Σώκρατες, τη τούτων πολιτεία, και όσουπερ κήδονται των αυτών πόλεων, υποβλέψονται σε διαφθορέα ηγούμενοι των νόμων, και βεβαιώσεις τους δικασταϊς τήν δόξαν, ώςτε δοκείν ορθώς την δίκην δικάσαι: «όστις γαρ νόμων διαφθορεύς έστι, σφόδρα που δόξειεν αν νέων γε και ανοήτων ανθρώπων διαφθορεύς είναι. πότερον ούν φεύξει τάς τε ευνομουμένας πόλεις και των ανδρών τους κοσμιωτάτους;° και τούτο ποιoύντι άρα αξιόνα σοι ζήν έσται και η πλησιάσεις τούτοις και αναισχυντήσεις διαλεγόμενος-τίνας λόγους, ώ Σώκρατες και η ούςπερ ενθάδε, ως η αρετή και η δικαιοσύνη πλείστου άξιον τούς ανθρώπους και τα νόμιμα και οι νόμοι; και ουκ οίει άσχημον αν φανείσθαι° το του Σωκράτους πράγμα; οίεσθαί γε χρή. 'Αλλ' εκ μέν τούτων των τόπων απαρεϊς, ήξεις δε εις Θετταλίαν παρά τους ξένους τους Κρίτωνος» εκεί γάρ δή πλείστη αταξία και ακολασία, και ίσως αν ηδέως σου ακούoιεν ως γελοίως εκ του δεσμωτηρίου απεδίδρασκες, σκευήν τέ τινα περιθέμενος,και η διφθέραν λαβών, ή άλλα ολα δή είώθασιν ενσκευάζεσθαι οι αποδιδράσκοντες, και το σχήμα το σαυτού μεταλλάξας. ότι δε γέρων ανήρ σμικρού χρόνου τω βίω λοιπού όντος, ώς το εικός, ετόλμησας ούτω γλίσχρως επιθυμεϊν ζήν, νόμους τους μεγίστους παραβάς, ουδείς δς έρεί ; ίσως, αν μη τινα λυπης» εί δε μή, ακούσει, ώ Σώκρατες, πολλά και ανάξια σαυτού. υπερχόμενος δη βιώσει πάντας ανθρώπους και δουλεύων: τί ποιών ή ευωχούμενος εν Θετταλία, ώςπερ επί δείπνον αποδεδημηκώς εις Θετταλίαν; λόγοι δε εκείνοι οι περί δικαιοσύνης τε και της άλλης αρετής που ήμίν έσονται; Αλλά δή των παίδων ένεκα βούλειο ζην, ίνα αυτούς έκθρέψης και παιδεύσης και τι δαί ; εις Θετταλίαν αυτούς αγαγών θρέψεις τε και παιδεύσεις, ξένους ποιήσας, ίνα και τούτό σου απολαύσωσιν ; ή τούτο μεν ού, αυτού δε τρεφόμενοι σου ζώντος βέλτιον θρέψονται και παιδεύσονται, μη ξυνόντος σου αυτούς και οι γάρ επιτήδειοι οι σοι επιμελήσονται αυτών, πότερον εαν εις Θετταλίαν αποδημήσης, επιμελήσονται: εάν δε εις Αίδου αποδημήσης, ουχί επιμελήσονται και είπερ γέ τι όφελος αυτών εστι των σοι φασκόντων επιτηδείων είναι: οίεσθαι γε χρή.

XVI. Αλλ' ώ Σώκρατες, πειθόμενος ημίν τοίς σοις τροφεύσι μήτε παίδας περί πλείονος ποιoύ μήτε το ζην μήτε άλλο μηδέν προ του δικαίου, ίνα εις Αίδου ελθών έχης ταύτα πάντα απολογήσασθαι τοις εκεί άρχουσιν· ούτε γαρ ενθάδε σου φαίνεται ταύτα πράττοντι άμεινον είναι ουδε δικαιότερον ουδε οσιώτερον, ουδέ άλλο των σων ουδενί, ούτε εκείσε αφικομένω άμεινον έσται. αλλά νύν μεν ήδικημένος άπει, εάν απίης, ουχ υφ' ημών των νόμων άλλ' υπ' ανθρώπων εάν δε εξέλθης ούτως αισχρώς ανταδικήσας τε και αντικακουργήσας, τάς σαυτού ομολογίας τε και ξυνθήκας τας προς ημάς παραβάς και κακά εργασάμενος τούτους, ους ήκιστα έδει, σαυτόν τε και φίλους και πατρίδα και ημάς, ημείς τέ σοι χαλεπανούμεν ζώντι, και εκεί οι ημέτεροι αδελφοί οι έν Αίδου νόμοι

a

ουκ ευμενώς σε υποδέξονται, ειδότες, ότι και ημάς επεχείρησας απολέσαι το σον μέρος. αλλά μη σε πείση Κρίτων ποιείν ά λέγει μάλλον ή ημείς.

XVII. Ταύτα, ώ φίλε εταιρε Κρίτων, ευ ίσθι, ότι εγώ δοκώ ακούειν, ώςπερ οι κορυβαντιώντες των αυλών δοκούσιν ακούειν, και εν εμοί αύτη η ηχή τούτων των λόγων βομβεί και ποιεί μη δύνασθαι των άλλων ακούειν» αλλά ίσθι, όσα γε τα νύν έμοι δοκούντα, εάν τι λέγης παρά ταύτα, μάτην έρείς. όμως μέντοι εί τι οίει πλέον ποιήσειν, λέγε. ΚΡ. 'Αλλ' ώ Σώκρατες ουκ έχω λέγειν. ΣΩ. "Έα τοίνυν, ώ Κρίτων, και πράττωμεν ταύτη, επειδή ταύτη και θεός υφηγείται.

b

K

« ΠροηγούμενηΣυνέχεια »