Εικόνες σελίδας
PDF
Ηλεκτρ. έκδοση

και η δίκη έγένετον πλησίον γάρ ηνο του δεσμωτηρίου περιεμένομεν ουν εκάστοτε, έως ανοιχθείη» το δεσμωτήριον, διατρίβοντες μετ' αλλήλων ανεώγετο γαρ ου πρώ επειδή δε ανοιχθείη, ειςήμεν παρά τον Σωκράτη και τα πολλά διημερεύομεν μετ' αυτού, και δη και τότε πρωϊαίτερον ξυνελέγημεν. τη γαρ προτεραία ημέρα επειδή εξήλθομεν εκ του δεσμωτηρίου εσπέρας, επυθόμεθα, ότι το πλοίον εκ Δήλου άφιγμένον είη. παρηγγείλαμεν ουν αλλήλοις ήκειν ως πρωϊαίτατα εις το ειωθός. και ήκομεν, και ημϊν εξελθών ο θυρωρός, όσπερ είώθει υπακούειν, είπε περιμένειν και μη πρότερον παριέναι, έως αν αυτός κελεύση: Λύουσι γάρ, έφη, οι ένδεκα Σωκράτη και παραγγέλλουσιν, όπως αν τήδε τη ημέρα τελευτήση. ου πολύν δ' ούν χρόνον επισχών ήκε και εκέλευσεν ημάς ειςιέναι. ειςιόντες ούν κατελαμβάνομεν τον μεν Σωκράτη άρτι λελυμένον, την δε Ξανθίππην, γιγνώσκεις γάρ, έχουσάν τε το παιδίον αυτού και παρακαθημένην. ώς oύν είδεν ημάς η Ξανθίππη, άνευφήμησέ τε καί τοιαύτ' άττα είπεν, οία δε ειώθασιν αι γυναίκες, ότι 'Ω Σώκρατες, ύστατον δή σε προςερούσι νύν οι επιτήδειοι και συ τούτους. Και ο Σωκράτης βλέψας εις τον Κρίτωνα, "Ω Κρίτων, έφη, άπαγαγέτω τις ταύτην οίκαδε. Και εκείνην μεν απηγόν τινες των του Κρίτωνος και βοώσαν τε και κοπτομένην· ο δε Σωκράτης ανακαθιζόμενος επί την κλίνην συνέκαμψέ τε το σκέλος και εξέτριψε τη χειρί, και τρίβων άμαk Ως άτοπον, έφη, ώ άνδρες, έoικά τι είναι τούτο, και καλούσιν οι άνθρωποι ήδύ» ως θαυμασίως πέφυκε προς το δοκούν τη εναντίον είναι, το λυπηρόν, τώ άμα μεν αυτώ μή έθελειν παραγίγνεσθαι το ανθρώπω, εάν δέ τις διώκη το έτερον και λαμβάνη, σχεδόν τι αναγκάζεσθαι αει λαμβάνειν

h

1

m

και το έτερον, ώςπερ εκ μιάς κορυφής συνημμένω δύο όντε. καί μοι δοκεί, έφη, εί ενενόησεν αυτά Αίσωπος, μυθον αν συνθείναι, ως ο θεός βουλόμενος αυτά διαλλάξαι πολεμούντα, επειδή ουκ ήδύνατο, ξυνήψεν εις ταυτόν αυτοίς τας κορυφές, και διά ταύτα και αν το έτερον παραγένηται επακολουθεί ύστερον και το έτερον. ώςπερ ούν και αυτό μου έoικεν, επειδή υπό του δεσμού ήν εν τω σκέλει πρότερον το αλγεινόν, ήκειν δή φαίνεται επακολουθούν το ηδύ.

a

LXIV. Ταύτα δή είπόντος αυτού, ο Κρίτων, Είεν, έφη, ώ Σώκρατες· τί δε τούτοις ή έμοί επιστέλλεις και ή περί των παίδων ή περί άλλου του, ό τι άν σοι ποιούντες ημείς εν χάριτι μάλιστα ποιούμεν ; "Απερ αεί λέγω, έφη, ώ Κρίτων, ουδέν καινότερον ότι υμών αυτών επιμελούμενοι υμείς και εμοί και τους έμοϊς e και υμίν αυτοίς εν χάριτι ποιήσετε άττ' αν ποιήτε, κάν μή νύν ομολογήσητε εάν δε υμών αυτών αμελήτε, και μη θέλητε ώςπερ κατ' ίχνη κατά τα νύν τε ειρημένα και τα εν τω έμπροσθεν χρόνο ζην, ουδ' εαν πολλά ομολογήσητε εν τω παρόντι και σφόδρα, ουδέν πλέον ποιήσετε. Ταύτα μεν τοίνυν προθυμηθησόμεθα, έφη, ούτω ποιείν: θάπτωμεν δε σε τίνα τρόπον; "Οπως άν, έφη, βούλησθε, εάνπερ γε λάβητέ με και μη εκφύγω υμάς. Γελάσας δε άμα ήσυχη και προς ημάς αποβλέψας είπεν, Ου πείθω, έφη, ώ άνδρες, Κρίτωνα, ως εγώ είμι ούτος ο Σωκράτης, ο νυνί διαλεγόμενος και και διατάττων έκαστον των λεγομένων, αλλ' οίεται με εκείνον είναι, όν όψεται ολίγον ύστερον νεκρόν, και έρωτά δή, πως με θάπτη.» ότι δε εγώ πάλαι πολύν λόγον πεποίημαι, ώς, επειδάν πίω το φάρμακον

T

ουκέτι υμίν παραμενώ, άλλ' ουχήσομαι απιών εις μακάρων δή τινας ευδαιμονίας, ταυτά μοι δοκώ αυτό άλλως λέγειν,και παραμυθούμενος άμα μεν υμάς, άμα δ' εμαυτόν. εγγυήσασθε' ούν με προς Κρίτωνα, έφη, την εναντίαν εγγύης ή ην ουτος προς τους δικαστές ήγγυάτο. ούτος μέν γάρ ή μην παραμενεΐν.Η υμείς δε ή μην μή παραμενεΐν εγγυήσασθε, επειδάν αποθάνω, αλλά οιχήσεσθαι απιόντα, ίνα Κρίτων ράον φέρη, και μη ορων μου το σώμα ή καόμενον ή κατορυττόμενον αγανακτη υπέρ εμού, ως δεινά πάσχοντος, μηδε λέγη εν τη ταφή, ώς ή προτίθεται Σωκράτη ή εκφέρει η κατορύττει.2 ευ γάρ ίσθι, ή δ' ός, ώ άριστε Κρίτων, το μή καλώς λέγειν ου μόνον εις αυτό τούτο πλημμελές, αλλά και κακόν τι έμποιεί ταϊς ψυχαίς. αλλά θαρρείν τε χρή και φάναι τουμόν σώμα θάπτειν, και θάπτειν ούτως, όπως αν σοι φίλον ή και μάλιστα ηγή νόμιμον είναι.

LXV. Ταύτ' ειπών εκείνος μεν άνίστατο εις οίκημά τι ως λουσόμενος, και ο Κρίτων είπετο αυτό, ημάς δ' εκέλευε περιμένειν. περιεμένομεν ούν προς ημάς αυτούς διαλεγόμενοι περί των ειρημένων και ανασκοπούντες, τοτε δ' αυ περί της ξυμφοράς διεξιόντες, όση ημίν γεγονυΐα είη, άτεχνώς ηγούμενοι, ώςπερ πατρός στερηθέντες, διάξειν ορφανοί τον έπειτα βίον, επειδή δε έλούσατο, και ήνέχθη παρ' αυτόν τα παιδία-δύο γάρ αυτώ υιείς και σμικροί ήσαν, εις δε μέγας –και αι οικείαι γυναίκες αφίκοντο, εκείναις εναντίον του Κρίτωνος διαλεχθείς τε και επιστείλας άττα έβούλετο, τας μέν γυναίκας και τα παιδία απιέναι εκέλευσεν, αυτός δε ήκε παρ' ημάς. και ήν ήδη εγγύς ηλίου δυσμών. χρόνον γάρ πολύν διέτριψεν ένδον, ελθών δ' έκαθέζετο λελουμένος, και ου πόλλ'

.

C

άττα μετά ταύτα διελέχθη. και ήκεν ο τών ένδεκα υπηρέτης και στις παρ' αυτόν, Ω Σώκρατες, έφη, ου καταγνώσομαί γε σου όπερ των άλλων καταγιγνώσκω, ότι μου χαλεπαίνουσι και καταρώνται, επειδαν αυτούς παραγγέλλω πίνειν το φάρμακον αναγκαζόντων των αρχόντων.σε δ' εγώ και άλλως έγνωκα εν τούτω τω χρόνω γενναιότατον και πραότατον και άριστον άνδρα όντα των πώποτε δεύρο αφικομένων, και δη και νύν εύ οίδ' ότι ουκ έμοί χαλεπανείς, γιγνώσκεις γάρ τους αιτίους, αλλ' εκείνους. νύν ούν, οίσθα γαρ ά ήλθον αγγέλλων, χαιρέ τε και πειρώ ως ράστα φέρειν τα αναγκαία. Και άμα δακρύσας μεταστρεφόμενος απήει. Και ο Σωκράτης αναβλέψας προς αυτόν, Και σύ, έφη, χαίρε, και ημείς ταύτα ποιήσομεν. Και άμα προς ημάς, Ως αστείος, έφη, ο άνθρωπος και παρά πάντα μοι τον χρόνον και προςήει και διελέγετο ενίοτε και ήν ανδρών λήστος, και νύν ως γενναίως με αποδακρύει. άλλ' άγε δή, ώ Κρίτων, πειθώμεθα αυτό, και ενεγκάτω τις το φάρμακον, εί τέτριπται ει δε μή, τριψάτω ο άνθρωπος.» Και ο Κρίτων, Αλλ' οίμαι, έφη, έγωγε, ώ Σώκρατες, έτι ήλιον είναι επί τούς όρεσι και ούπω δεδυκέναι. και άμα εγώ οίδα και άλλους πάνυ οψε πίνοντας, επειδάν παραγγελθη αυτοίς, δειπνήσαντάς τε και πιόντας ευ μάλα, και συγγενομένους και ενίους ών αν τύχωσιν επιθυμούντες, αλλά μηδέν επείγου· έτι γάρ έγχωρεί. Και ο Σωκράτης, Είκότως γ', έφη, ώ Κρίτων, εκείνοί τε ταύτα ποιούσιν, ους συ λέγεις, οίονται γαρ κερδανείν ταύτα ποιήσαντες, και έγωγε ταύτα είκότως ου ποιήσω' ουδέν γάρ οίμαι κερδαίνεινή ολίγον ύστερον πιών άλλο γε η γέλωτα οφλήσειν παρ' εμαυτώ, γλιχόμενος του ζην και φειδόμενος

[ocr errors]
[ocr errors]

d

ουδενός έτι ενόντος. άλλ' ίθι, έφη, πιθου και μη άλλως ποίει·

LXVI. Και ο Κρίτων ακούσας ένευσε το παιδί πλησίον εστωτι. και ο παίς έξελθών και συχνών χρόνον διατρίψας ήκεν άγων τον μέλλοντα δώσειν το φάρμακον, εν κύλικι φέροντα τετριμμένον. ιδών δε ο Σωκράτης τον άνθρωπον, Είεν, έφη, ώ βέλτιστε, σύ γάρ τούτων επιστήμων, τί χρή ποιείν ; Ουδέν άλλο, έφη, ή πιόντα περιμέναι, έως αν σου βάρος και εν τοις σκέλεσι γένηται, έπειτα κατακείσθαι" και ούτως αυτό ποιήσει. Και άμα ώρεξε την κύλικα τω Σωκράτει. και ος λαβών και μάλα ίλεως, ώ 'Εχέκρατες, ουδέν τρέσας ουδε διαφθείρας ούτε του χρώματος ούτε του προσώπου, άλλ' ώςπερ είώθει, ταυρηδόν υποβλέψας προς τον άνθρωπον, Τί λέγεις, έφη, περί τούδε τού πώματος προς το αποσπεύσαί τινι; έξεστιν, ή ού; Τοσούτον, έφη, ώ Σώκρατες, τρίβομεν, όσον οιόμεθα μέτριον είναι πιείν. Μανθάνω, ή δ' ός· αλλ' εύχεσθαι γέ που τους θεούς έξεστί τε και χρή την μετοίκησιν την ενθένδε εκείσε ευτυχή γενέσθαι και δη και εγώ εύχομαι τε και γένοιτο ταύτη. Και άμα ειπών ταύτα επισχόμενος και και μάλα ευχερώς και ευκόλως εξέπιε. και ημών οι πολλοί τέως μεν επιεικώς οιοί τε ήσαν κατέχειν το μή δακρύειν, ώς δε είδομεν πίνοντά τε και πεπωκότα, ουκέτι, άλλ' εμού γε βία και αυτού αστακτι εχώρει τα δάκρυα, ώςτε εγκαλυψάμενος απέκλαον έμαυτόν ου γαρ δή εκείνόν γε, αλλά την έμαυτού τύχην, οίου ανδρός εταίρου έστερημένος είην ο δε Κρίτων έτι πρότερος εμού, επειδή ουχ οδός την κατέχειν τα δάκρυα, εξανέστη. Απολλόδωρος δε και. εν τω έμπροσθεν χρόνω ουδέν έπαύετο δακρύων, και δη και τότε αναβρυχησάμενος, κλάων και αγανακτών

f

h

« ΠροηγούμενηΣυνέχεια »