Εικόνες σελίδας
PDF
Ηλεκτρ. έκδοση

C

XXVI. Τιμάται δ' ουν μοι ο ανήρ θανάτου. Είεν. εγώ δε δή τίνος υμίν αντιτιμήσομαι, ώ άνδρες Αθηναίοι; ή δήλον, ότι της αξίας; τί ούν; τί άξιός είμι

b παθείν ή αποτίσαι, ότι μαθών εν τω βίω ουχ ήσυχίαν ήγον, άλλ' αμελήσας ώςπερ οι πολλοί, χρηματισμού τε και οικονομίας και στρατηγιών και δημηγοριών και των άλλων αρχών και ξυνωμοσιών και στάσεων των εν τη πόλει γιγνομένων, ήγησάμενος έμαυτόν τω όντι επιεικέστερον είναι η ώςτε εις ταύτ' ιόντα σώζεσθαι, ενταύθα μεν ουκ ήα, οι ελθών μήτε υμίν μήτε εμαυτώ έμελλον μηδέν όφελος είναι, επί δε το ιδία έκαστον ιών ευεργετεϊν την μεγίστην ευεργεσίαν, ώς εγώ φημι, ενταύθα ήα, επιχειρών έκαστον υμών πείθειν μή πρότερον μήτε των εαυτου μηδενός επιμελείσθαι, πριν εαυτού επιμεληθείη, όπως ως βέλτιστος και φρονιμώτατος έσοιτο, μήτε των της πόλεως, πριν αυτής της πόλεως τών τε άλλων ούτω κατά τον αυτόν τρόπον και επιμελείσθαι. τί ούν είμι άξιος παθείν τοιούτος ών; αγαθόν τι, ώ άνδρες Αθηναίοι, ει δεί γε κατά την αξίαν τη αληθεία τιμάσθαι και ταυτά γε αγαθών τοιούτον, ό τι αν πρέπoι εμοί. τί ούν πρέπει ανδρι πένητι ευεργέτη, δεομένω άγειν σχολήν έπί τή υμετέρα παρακελεύσει; ουκ έσθ' ό τι μάλλον, ώ άνδρες 'Αθηναίοι, πρέπει ούτως, ως τον τοιούτον άνδρα εν πρυτανείω σιτείσθαι, και πολύ γε μάλλον ή εί τις υμών ίππω ή ξυνωρίδι ή ζεύγει νενίκηκεν Όλυμπιάσιν. ο μέν γάρ υμάς ποιεί ευδαίμονας δοκεϊν είναι, εγώ δε είναι και ο μεν τροφής ουδέν δείται, εγώ δε δέομαι. εί ούν δεί με κατά το δίκαιον της αξίας τιμάσθαι, τούτου τιμώμαι, εν πρυτανείω σιτήσεως.

XXVII. Ίσως ούν υμίν και ταυτί λέγων παραπλησίως δοκώ λέγειν ώςπερ περί του οίκτου και της αντι

βολήσεως, και απαυθαδιζόμενος το δε ουκ έστιν,ώ άνδρες 'Αθηναίοι, τοιούτον, αλλά τοιόνδε μάλλον. πέπεισμαι εγώ έκών είναι μηδένα αδικείν ανθρώπων, αλλά υμάς τούτο ού πείθω ολίγον γάρ χρόνον αλλήλοις διειλέγμεθα° επεί, ως εγώμαι, ει ήν υμίν νόμος, ώςπερ και άλλους ανθρώπους, περί θανάτου μη μίανήμέραν μόνον κρίνειν, αλλά πολλάς, επείσθητε άν· νυν δ' ου ράδιον έν χρόνω ολίγω μεγάλας διαβολάς απολύεσθαι. πεπεισμένος δή εγώ μηδένα αδικείν πολλού δέω έμαυτόν γε αδικήσεις και κατ' εμαυτού έρείν αυτός, ως αξιός ειμίτου κακού και τιμήσεσθαι τοιούτου τινός έμαυτώ. τί δείσας; ή μή πάθω τούτο, ού Μέλητός μοι τιμάται, ο φημι ουκ είδέναι ούτ' ει αγαθόν ούτ' ει κακόν έστιν; αντί τούτου δή έλωμαι ων εύ οίδ' ότι κακών όντων, τούτου τιμησάμενος; πότερον δεσμούς και τι με δει ζήν εν δεσμωτηρίω, δουλεύοντα τη αεί καθισταμένη αρχή, τοϊς ένδεκα ;8 αλλά χρημάτων, και δεδέσθαι έως αν εκτίσω;» αλλά ταυτόν μοί έστιν, όπερ νυν δή έλεγον ου γάρ έστι μοι χρήματα, οπόθεν εκτίσω. 'Αλλά δή φυγής τιμήσομαι; ίσως γάρ άν μοι τούτου τιμήσαιτε. πολλή μέντάν με φιλοψυχία έχοι, ώ άνδρες Αθηναίοι, εί ούτως αλόγιστός είμι, ώςτε μη δύνασθαι λογίζεσθαι, ότι υμείς μεν όντες πολίται μου ουχ οδοί τε έγένεσθε ενεγκείν τας εμάς διατριβας και τους λόγους, αλλ' υμϊν βαρύτεραι γεγόνασι και επιφθονώτεραι, ώςτε ζητείτε αυτών νυν απαλλαγήναι άλλοι δε άρα αυτάς οίσουσι ραδίως. πολλού γε δεί, ώ άνδρες Αθηναίοι. καλός ούν αν μοι ο βίος

ó είη εξελθόντι τηλικώδε ανθρώπω άλλην έξ άλλης πόλιν πόλεως αμειβομένα και εξελαυνoμένω ζην.' ευ γαρ οίδ' ότι, όπου αν έλθω, λέγοντος έμού ακροάσονται οι νέοι ώςπερ ενθάδε. κάν μέν τούτους απε

λαύνω, η ουτοι έμε αυτοι εξελώσι, πείθοντες τους πρεσβυτέρους: εάν δε μη απελαύνω, οι τούτων πατέρες τε και οικείοι δι' αυτούς τούτους.

ΧΧVΙΙΙ. "Ίσως ούν άν τις είποι, Συγών δε και ήσυχίαν άγων, ώ Σώκρατες, ουχ οδός τ' έσει ημίν εξελθών ζην; Τουτί δή εστι πάντων χαλεπώτατον πείσαι τινας υμών. εάν τε γάρ λέγω, ότι τα θες απειθείν τούτ' έστι και διά τούτ' αδύνατον ήσυχίαν άγειν, ου πείσεσθέ μοι ως ειρωνευομένω" εάν τ' αυ λέγω, ότι και τυγχάνει μέγιστον αγαθών ον ανθρώπω τούτο, εκάστης ημέρας περί αρετής τους λόγους ποιείσθαι και των άλλων, περί ών υμείς εμου ακούετε διαλεγομένου και έμαυτόν και άλλους εξετάζοντος, ο δε ανεξέταστος βίος ου βιωτός ανθρώπω, ταύτα δ' έτι ήττον πείσεσθέ μοι λέγοντι. τα δε έχει μεν ούτως, ως εγώ φημι, ώ άνδρες, πείθειν δε ου ράδιον. Και εγώ άμ' ουκ είθισμαι έμαυτόν αξιoύν κακού ουδενός. ει μεν γαρ ήν μοι χρήματα, ετιμησάμην αν χρημάτων όσα έμελλον εκτίσειν ουδέν γάρ αν έβλάβην νύν δέ-ου γάρ έστιν, ει μη άρα όσον αν εγώ δυναίμην εκτίσαι, τοσούτου βούλεσθέ μοι τιμήσαι. ίσως δ' άν δυναίμην εκτίσαι υμίν μνών άργυρίου τοσούτου ουν τιμώμαι. Πλάτων δε όδε, ώ άνδρες 'Αθηναίοι, και Κρίτων και Κριτόβουλος και Απολλόδωρος κελεύουσί με τριάκοντα μνών τιμήσασθαι, αυτοι δ' εγγυάσθαι:d τιμώμαι ούν τοσούτου έγγυηται δ' υμίν έσονται του άργυρίου ούτοι αξιόχρεω.

a

ΧΧΙΧ. Ου πολλού γ' ένεκα χρόνου, ώ άνδρες 'Αθηναίοι,όνομα έξετε και αιτίαν υπό των βουλομένων την πόλιν λοιδορείν, ώς Σωκράτη απεκτόνατε, άνδρα σοφόν φήσουσι γάρ δή με σοφόν είναι, ει και μη ειμί, οι βουλόμενοι υμίν όνειδίζειν. ει ούν περιεμείνατε ολίγον χρόνον, από του αυτομάτου αν υμίν τούτο εγένετο· και οράτε γάρ δή την ηλικίαν, ότι πόρρω ήδη εστί του βίου, θανάτου δε εγγύς. λέγω δε τούτο ου προς πάντας υμάς, αλλά προς τους εμού καταψηφισαμένους θάνατον. λέγω δε και τόδε προς τους αυτούς τούτους. Ίσως με οίεσθε, ώ άνδρες, απορία λόγων εαλωκέναι τοιούτων οίς αν υμάς έπεισα, εί ώμην δεϊν άπαντα ποιεϊν και λέγειν, ώςτε αποφυγείν την δίκην.4 πολλού γε δει. αλλ' απορία μεν εάλωκα, ου μέντοι λόγων, αλλά τόλμης και αναισχυντίας και του εθέλειν λέγειν προς υμάς τοιαύτα, οι' αν υμίν μεν ήδιστ' ήν ακούειν, θρηνούντός τε μου και οδυρομένου και άλλα ποιούντος και λέγοντας πολλά και ανάξια έμού,ώς εγώ φημι: οία δη και είθισθε υμείς των άλλων ακούειν, αλλ' ούτε τότε ώήθην δεϊν ένεκα του κινδύνου πράξαι ουδέν ανελεύθερον, ούτε νύν μοι μεταμέλει ούτως απολογησαμένω, αλλά πολύ μάλλον αιρούμαι ώδε απολογησάμενος τεθνάναι ή εκείνως ζην» ούτε γάρ εν δίκη ούτ' εν πολέμω ούτ' εμέ ούτ' άλλον ουδένα δεϊ τούτο μηχανάσθαι, όπως αποφεύξεται πάν ποιών θάνατον. και γαρ εν ταις μάχαις πολλάκις δηλον γίγνεται, ότι τό γε αποθανείν άν τις εκφύγοι και όπλα αφείς και εφ' ικετείαν τραπόμενος των διωκόντων και άλλαι μηχαναι πολλαίείσιν εν εκάστους τους κινδύνους, ώςτε διαφεύγειν θάνατον, εάν τις τολμά πάν ποιείν και λέγειν. αλλά με ου τούτ' ή χαλεπόν, ώ άνδρες θάνατον εκφυγείν, αλλά πολύ χαλεπώτερον πονηρίαν θάττον γάρ θανάτου θεϊ. και νυν εγώ μεν άτε βραδύς ών και πρεσβύτης υπό του βραδυτέρου εάλων, οι δ' έμοι κατήγοροι άτε δεινοί και οξείς όντες υπό του θάττονος, της κακίας. και νυν εγώ μεν άπειμι υφ' υμών θανάτου δίκην όπλων, ούτοι δ' υπό της αληθείας ώφληκότες μοχθηρίαν και αδικίαν. και έγωγε το τιμήματι εμμένω, και ουτοι. Ταύτα μεν ουν που ίσως ούτω και έδει σχεϊν, και οίμαι αυτά μετρίως έχειν.

XXX. Το δε δή μετά τούτο επιθυμώ υμίν χρησμωδήσαι, ώ καταψηφισάμενοί μου και γάρ ειμι ήδη ενταύθα, ενώ μάλιστάνθρωποι χρησμωδούσιν, όταν μέλλωσιν αποθανείσθαι. φημί γάρ, ώ άνδρες, οι έμε απεκτόνατε, τιμωρίαν υμίν ήξειν ευθύς μετά τον εμόν θάνατον πολύ χαλεπωτέραν νή Δί' ή οίαν έμε απεκτόνατε.5 νύν γάρ τούτο είργασθε οιόμενοι απαλλάξεσθαι του διδόναι έλεγχος του βίου. το δε υμίν πολύ εναντίον αποβήσεται, ως εγώ φημι. πλείους έσονται υμάς οι ελέγχοντες, ους νυν εγώ κατείχον, υμείς δε ουκ ήσθάνεσθε και χαλεπώτεροι έσονται όσο νεώτεροί εισι, και υμείς μάλλον αγανακτήσετε. ει γάρ οίεσθε αποκτείνοντες ανθρώπους επισκήσειν του ονειδίζειν τινά υμίν, ότι ουκ ορθώς ζητε, ουκ ορθώς διανοείσθε ου γάρ έσθ' αύτη ή απαλλαγή ούτε πάνυ δυνατή ούτε καλή, άλλ' εκείνη και καλλίστη και ράστη, με τους άλλους κολούειν, αλλ' εαυτόν

παράσκευάζειν, όπως έσται ως βέλτιστος. Ταύτα μεν ούν υμίν τους καταψηφισταμένους μαντευσάμενος απαλλάττομαι.

XXXI. Τούς δε άποψηφισαμένοις ήδέως αν διαλεχθείην υπέρ του γεγονότος τουτου πράγματος, έν ώοι άρχοντες ασχολίαν άγουσι και ούπω έρχομαι οι ελθόντα με δεί τεθνάναι. αλλά μοι, ώ άνδρες, παρα

, μείνατε τοσούτον χρόνον ουδέν γάρ κωλύει διαμυ

d

« ΠροηγούμενηΣυνέχεια »