Εικόνες σελίδας
PDF
Ηλεκτρ. έκδοση

Little importance, perhaps, is to be attached to the statement of Diogenes, that the conversation actually occurred between Socrates and Æschines, and that Plato, from dislike towards the latter, substituted Crito in his place. However, it is possible that Plato in this respect may have made some alteration, and chosen Crito, who was most secure by his station and age from unpleasant consequences, and who probably died soon after the death of Socrates. The desire, at least, of not compromising any of the Athenian friends of Socrates is evident from the fact, that Plato only mentions strangers as having partaken in the plan of saving Socrates by his escape from prison. So that while the fact itself is not improbable, the motive seems to be fictitious; but whose invention it is we do not know.

ΠΛΑΤΩΝΟΣ

Κ Ρ Ι Τ Ω Ν.

Chap. Ι. Τί τηνικάδε αφίξαι, ώ Κρίτων ; ή ού πρώ έτι έστίν; ΚΡ. Πάνυ μεν ούν. ΣΩ. Πηνίκα μάλιστα ;* ΚΡ. "Όρθρος βαθύς. ΣΩ. Θαυμάζω, όπως ήθέλησέ σου και του δεσμωτηρίου φύλαξ υπακούσαι. ΚΡ. Ξυνήθης ήδη μοί έστιν, ώ Σώκρατες, διά το πολλάκις δεύρο φοιτών, και τι και ευεργέτηται υπ' εμού. ΣΩ. "Άρτι δε ήκεις ή πάλαι; ΚΡ. 'Έπιεικώς πάλαι. ΣΩ. Είτα πώς ουκ ευθύς επήγειράς με, αλλά σιγή παρακάθησαι; ΚΡ. Ου μα τον Δι', ώ Σώκρατες, ουδ' αν αυτός ήθελον εν τοσαύτη τε άγρυπνία και λύπη είναι. αλλά και σου πάλαι θαυμάζω αισθανόμενος, ως ήδέως καθεύδεις» και επίτηδές σε ουκ ήγειρον, ίνα ως ήδιστα διάγης.» και πολλάκις μεν δή σε και πρότερον εν παντί τω βίω ευδαιμόνισα του τρόπου, πολύ δε μάλιστα εν τη νυνί παρεστώση ξυμφορά,ώς ραδίως αυτήν και πράως φέρεις. ΣΩ. Και γάρ άν, ώ Κρίτων, πλημμελές είη αγανακτείν τηλικούτον όντα, ει δει ήδη τελευτών. ΚΡ. Και άλλοι, ώ Σώκρατες, τηλικούτοι εν τοιαύταις ξυμφοραίς αλίσκονται, αλλ' ουδεν αυτούς επιλύεται η ηλικία το μή ούχί αγανακτείν τη παρούση τύχη. ΣΩ. "Έστι ταύτα, αλλά τί δή' ούτω πρώ αφίξαι; ΚΡ. Αγγελίαν, ώ Σώκρατες, φέρων χαλεπήν, ου σοι, ώς έμοί φαίνεται, αλλ' εμοί και τους σοίς επι

k

1

[ocr errors]

m

[ocr errors]

a

τηδείοις πάσι και χαλεπήν και βαρείαν, ήν εγώ, ως έμοι δοκώ, εν τοις βαρύτατο άν ενέγκαιμι. ΣΩ. Τίνα ταύτην ;° ή το πλοίον αφίκταιΡ εκ Δήλου, ου δεί άφικομένου τεθνάναι με; ΚΡ. Ού τοι δη αφίκται, αλλά δοκεί μέν μοι ήξεινα τήμερον εξ ών απαγγέλλουσιν ήκοντές τινες από Σουνίου και καταλιπόντες εκεί αυτό. δήλον ούν εκ τούτων των αγγέλων, ότι ήξει τήμερον, και ανάγκη δη εις αύριον έσται, ώ Σώκρατες, τον βίον σε τελευτάν.

II. ΣΩ. 'Αλλ', ώ Κρίτων, τύχη αγαθή.8 εί ταύτη τους θεούς φίλον, ταύτη έστω. ου μέντοι οίμαι ήξειν αυτό τήμερον. ΚΡ. Πόθεν τούτο τεκμαίρει; ΣΩ. Εγώ σοι ερώ. τη γάρ που ύστεραία δεί με αποθνήσκειν ή ή αν έλθη το πλοίον. ΚΡ. Φασί γέ τοι δη οι τούτων κύριοι. ΣΩ. Ου τοίνυν της επιούσης ημέρας οίμαι αυτό ήξειν, αλλά της ετέρας. τεκμαίρομαι δέ έκ τινος ενυπνίου, δ εώρακα ολίγον πρότερον ταύτης της νυκτός και κινδυνεύεις εν καιρώ τινια ουκ εγείραι με.

ΚΡ. Ην δε δή τί το ενύπνιον; ΣΩ. Έδόκει τίς μοι γυνή προςελθούσα° καλή και ευειδής, λευκά μάτια έχουσα, καλέσαι με και είπείν, 'Ω Σώκρατες, ήμασί κεν τριτάτο Φθίην ερίβωλον ίκoιο. ΚΡ. Ως άτοπον το ενύπνιον, ώ Σώκρατες. ΣΩ. Έναργές μέν ούν, ώς η εμοί δοκεί, ώ Κρίτων.

III. ΚΡ. Λίαν γε, ως έoικεν· αλλ', ώ δαιμόνιε Σώκρατες, έτι και νυν εμοί πείθου και σώθητι. ώς εμοί, εάν συ αποθάνης, ου μία ξυμφορά έστιν, αλλά χωρίς μεν του έστερήσθαι τοιούτου επιτηδείου, οίον εγώ ουδένα μή ποτε ευρήσω, έτι δε και πολλούς δόξω, οι έμε και σε μη σαφώς ίσασιν, ώς οιός τ' ών σε σώζειν, ει ήθελον αναλίσκειν χρήματα, αμελήσαι. και τοι τίς αν αισχίων είη ταύτης δόξας ή δοκεϊν χρήματα

περί πλείονος ποιείσθαι ή φίλους ; ου γάρ πείσονται οι πολλοί, ως σύ αυτός ουκ ήθέλησας απιέναι ενθένδε ημών προθυμουμένων. ΣΩ. Αλλά τι ημίν, ώ μακάριε Κρίτων, ούτω της των πολλών δόξης μέλει και οι γαρ επιεικέστατοι, ών μάλλον άξιον φροντίζειν, ηγήσονται αυτά ούτω πεπράχθαι, ώςπερ αν πραχθή. ΚΡ. Αλλ' οράς δη, ότι ανάγκη, ώ Σώκρατες, και της των πολλών δόξης μέλειν. αυτά δε δήλα τα παρόντα νυνί, ότι οιοί τ' εισιν οι πολλοί ου τα σμικρότατα των κακών εξεργάζεσθαι, αλλά τα μέγιστα σχεδόν, εάν τις εν αυτοίς διαβεβλημένος ή ΣΩ. Ει γάρ ώφελον, ώ Κρίτων, , οιοί τε είναι οι πολλοί τα μέγιστα κακά έξεργάζεσθαι, ένα οδοί τε ήσαν αυ και αγαθά τα μέγιστα και καλώς αν είχε. νύν δε ουδέτερα οδοί τε ούτε γάρ φρόνιμον ούτε άφρονα δυνατοί ποιήσαι, ποιούσι δε τούτο, και τι

o αν τύχωσιν.

IV. . Ταύτα μεν δή ούτως εχέτω τάδε δέ, ώ Σώκρατες, είπέ μοι. αρά γε μη εμού προμηθεί και των άλλων επιτηδείων, μή, εάν συ ενθένδε εξέλθης, οι συκοφάνται ημίν πράγματα παρέχωσιν ώς σε ενθένδε εκκλέψασι, και αναγκασθώμεν ή και πάσαν την ουσίαν άποβαλείν, ή συχνά χρήματα, ή και άλλο τι προς τούτοις παθείν ; ει γάρ τι τοιούτον φοβεί, έασαν αυτό χαίρειν ημείς γάρ που δίκαιοί εσμεν σώσαντές σε κινδυνεύειν τούτον τον κίνδυνον και, εάν δέη, έτι τούτου μείζω. άλλ' εμοί πείθου και μη άλλως πoίει. ΣΩ. Και ταύτα προμηθούμαι, ώ Κρίτων, και άλλα πολλά. ΚΡ. Μήτε τοίνυν ταύτα φοβού° και γαρ ουδέ πολύ τάργύριόν έστιν, και θέλουσι λαβόντες τινές σώσαι σε και εξαγαγείν ενθένδε. έπειτα ουχ οράς τούτους τους συκοφάντας ως ευτελείς, και ουδέν αν δέοι επ' αυτους πολλού αργυρίου; σοι δε υπάρχει μεν τα

d

« ΠροηγούμενηΣυνέχεια »